Περισσότερη Ευρώπη η λύση στο πρόβλημα

Category: Αρθρογραφία

Άρθρο της Σοφίας Νικολάου, το οποίο δημοσιεύθηκε στην “Ημερησία” στις 18-19/3/2017.

Στις 25 Μαρτίου 1957, στη Ρώμη, εκπρόσωποι του Βελγίου, της (τότε) Δυτικής Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Λουξεμβούργου και της Ολλανδίας, υπογράφουν τις Συνθήκες για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας. Στις 24 Μαρτίου 2017, εξήντα χρόνια παρά μία ημέρα από το ιστορικό ευρωπαϊκό ορόσημο, ο πάπας Φραγκίσκος θα υποδεχθεί στην Αγία Έδρα τους αρχηγούς 27 -πλέον- κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευελπιστώντας να τους εμπνεύσει και πάλι με τις ίδιες εκείνες αξίες που την «γέννησαν».

Οι ευρωπαϊκοί λαοί, στο μέσον του προηγούμενου αιώνα, με νωπές τις μνήμες δύο καταστροφικών πολέμων, αντιλήφθηκαν γρήγορα πως αν δεν ομονοούσαν, το φάντασμα του πολέμου θα συνέχιζε να πλανάται πάνω από τις στάχτες των προηγούμενων. Αποφάσισαν να αφήσουν στην άκρη τους εθνικιστικούς εγωισμούς και να δημιουργήσουν μία πρώτη μορφή υπερεθνικής συλλογικότητας.

Από τότε έχει διαρρεύσει πολύς χρόνος. Χρόνος ικανός να μετρήσουμε και να μετρηθούμε, ως κράτη -μέλη, απέναντι στις προκλήσεις των καιρών. Στις μέρες μας, οι νέες αυτές προκλήσεις, που καλείται να αντιμετωπίσει η Ένωση, απειλούν ήδη το αρχικό εκείνο μήνυμα που ήθελε να εκπέμψει για ενότητα και αλληλεγγύη. Οι λαοί των κρατών, προσηλωμένοι στα ιδιαίτερα προβλήματα επιβίωσής τους, απαξιούν για την παροχή συνδρομής στους διπλανούς τους. Θορυβημένοι από την τρομοκρατική απειλή, κλείνονται στα εθνικά τους καβούκια. Αντιδρούν στην αθρόα εισροή μεταναστών, νιώθοντας να απειλούνται.

Ο απομονωτισμός
Οι προκλήσεις, συνεπώς, που καλείται να αντιμετωπίσει στις μέρες μας η Ένωση, σίγουρα δεν είναι ένας πόλεμος μεταξύ των μελών της. Είναι κατά κύριο λόγο αυτή η τάση απομονωτισμού, που φαίνεται να αυξάνεται και να καταλαμβάνει τα κράτη που συμμετέχουν και αυτή η ραγδαία αύξηση των εθνικιστικών μορφωμάτων, αλλά και της ξενοφοβικής λογικής, που φαίνεται να διακατέχει τους υποστηρικτές τους.

Εκείνο που προκαλεί εντύπωση, αλλά και ανησυχία, δεν είναι η παρατηρούμενη αύξηση της σοβινιστικής τάσης, αλλά ο τρόπος και η συνθηματολογία, δια της οποίας οι θιασώτες της παρεισφρέουν σε όλες τις κλίμακες της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, δηλητηριάζοντας τη συλλογική συνείδηση, αντιστρατευόμενοι τις πάγιες αρχές και αξίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: η απομόνωση και η ενίσχυση ενός δήθεν πατριωτικού μετώπου είναι η λύση, λένε, τόσο στα προβλήματα τρομοκρατίας, όσο και στα εκάστοτε εθνικά προβλήματα επιβίωσης.

Η λύση, όμως, για μία καλύτερη Ευρώπη, δεν είναι η απομόνωση. Η λύση για μία καλύτερη Ευρώπη είναι η περισσότερη Ευρώπη. Στην επετειακή Λευκή Βίβλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, περιγράφονται πέντε σενάρια για το μέλλον της Ευρώπης την επόμενη δεκαετία: Από την παραμονή στην υπάρχουσα κατάσταση, στην Ευρώπη πολλών ταχυτήτων και εν τέλει στην πλήρη ομοσπονδοποίηση της Ευρώπης. Μέχρι, δηλαδή, τη δημιουργία μίας υπερκρατικής ευρωπαϊκής κυβέρνησης. Ενδεχομένως, η τελευταία αυτή λύση, να μην είναι δυνατόν να εισέλθει στο κάδρο των συζητήσεων τη δεδομένη στιγμή. Ειδικά όταν οι κλυδωνισμοί από την απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να ενεργοποιήσει το άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας για αποχώρηση, μετά το δημοψηφισματικό «Yes» του Ιουνίου του 2016, συνεχίζουν να συνταράζουν το όποιο ευρωπαϊκό ενωτικό κλίμα.

Η λύση πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Πρέπει να υπακούει στις εθνικές ιδιαιτερότητες. Τι χαρακτηριστικά, όμως, θα μπορούσε να έχει ένα εν δυνάμει επιτυχές εγχείρημα; Η Επιτροπή, σε πρόσφατα συμπεράσματά της, φαίνεται να μετακυλίει την ευθύνη εξεύρεσης λύσης στο ακανθώδες ευρωπαϊκό πρόβλημα της ανεργίας στα κράτη-μέλη. Αυτό είναι και το σημαντικότερο πρόβλημά της: Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε για να μετακυλίει ευθύνες και να περιγράφει στα μέλη της το όποιο πρόβλημα, τότε, όχι μόνο δεν έχει λόγο ύπαρξης, αλλά είναι και φυσιολογική η αποψίλωσή της. Τα κράτη δεν χρειάζονται διδασκάλους, αλλά καθοδηγητές και πλέον -στην εποχή της ανυπαρξίας ηγετών- δεν επαρκεί το υπάρχον πολιτικό όραμα. Χρειάζονται πρακτικές λύσεις και ευρωπαϊκές πολιτικές τομών στα καθημερινά προβλήματα των λαών της Ευρώπης.

Η ελληνική πρόκληση
Στην χώρα μας, δε, υφίσταται, φρονώ, μία διφορούμενη στάση απέναντι στο οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τη μία την κατηγορούμε, από κοινού με την ανικανότητα των κυβερνώντων μας, για τα δεινά μας, από την άλλη, όμως, φοβούμεθα να υπάρξουμε εκτός του πλαισίου της. Και είναι σαφές. Είναι μάλλον απίθανο να επιβιώσει μία αδύναμη χώρα εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της είναι συνυφασμένο με την ευρωπαϊκή προοπτική της. Εκείνο που ενδεχομένως απαιτεί βελτιώσεις είναι η σχέση μας με τους Ευρωπαίους εταίρους μας. Αν δεν οικοδομηθεί εκ νέου μία σχέση εμπιστοσύνης, όπου με σοβαρότητα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό θα τεθεί η συνύπαρξή μας σε νέα πλαίσια, τότε είναι μάλλον πιθανό να πληγούν άπαντες. Αλλά πάντοτε εκείνος που υφίσταται το μεγαλύτερο πλήγμα είναι ο αδύναμος. Και στην περίπτωσή μας, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε ποιος είναι αυτός.

Εν κατακλείδι, η Ευρώπη, όπως την οραματίστηκε ο Μονέ, ο Σούμαν, ο Πολ Χένρι Σπάακ και ο Αλτσίντε ντε Γκάσπερι, φαίνεται να απέχει πολύ από τη σημερινή της μορφή. Ας ελπίσουμε, όμως, ότι οι όποιοι κλυδωνισμοί θα γεννήσουν κάτι νέο και ελπιδοφόρο.

Πηγή: Ημερησία