Από τη μεγάλη ιδέα, στη Μεγάλη Ελλάδα

Category: Αρθρογραφία, Νέα

Άρθρο της Σοφίας Νικολάου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της ομογένειας, «ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ» με τίτλο «Από τη μεγάλη ιδέα στη Μεγάλη Ελλάδα». (24/11/2017)

Magna Graecia ή «Μεγάλη Ελλάς», ονομάστηκε η περιοχή της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας όπου άνθισαν, περί τον 7ο π.Χ. αιώνα σημαντικές ελληνικές αποικίες. Ήταν, ουσιαστικά, η πρώτη μορφή «απόδημου ελληνισμού», αν θα μπορούσε να μου συγχωρεθεί ο ενδεχόμενα άστοχος ιστορικός παραλληλισμός. Είναι, όμως, ο μοναδικός και μάλλον ο καλύτερος τρόπος για να μπορέσει κανείς να εκφράσει το μεγαλείο του σύγχρονου απόδημου ελληνισμού, το μεγαλείο των Ελλήνων όπου γης. «Μεγάλη Ελλάς», λοιπόν: Μία…καλύτερη Ελλάδα, πέρα και έξω από τα σύνορα της Ελλάδας.

Από την αρχαιότητα, από την τουρκοκρατία, από την εποχή του νεαρού ελληνικού κράτους, ως την σύγχρονη κρίση μας, ο Έλληνας δεν σταμάτησε ποτέ να ξενιτεύεται. Όπως δεν σταμάτησε ποτέ να δημιουργεί και να μεγαλουργεί εκεί έξω. Όπως δεν σταμάτησε ποτέ -ελπίζουμε- να ονειρεύεται πως θα γυρίσει πίσω. Η χώρα μας, όσο κι αν σε πληγώνει, είτε ζεις μέσα της, είτε την βλέπεις από τη δορυφορική τηλεόραση, είναι μοναδική. Όσο μοναδικοί είναι και οι άνθρωποι που ζουν μακριά της, αλλά τη στηρίζουν με κάθε τρόπο.

Τα περίπου 5,5 εκατομμύρια του απόδημου ελληνισμού συγκροτούν τις περίπου 3.000 οργανώσεις, στις οποίες, δυστυχώς, η χώρα μας, μόλις πριν περίπου 20 χρόνια έδωσε φωνή, μέσω του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ). Μία φωνή, που όσο ηχηρή κι αν θέλουμε όλοι να είναι, αν δεν περιληφθεί ενός ισχυρού, θεσμικού, παρεμβατικού μανδύα, είναι δύσκολο να αποκτήσει υπόσταση και βαρύτητα. Αν κάποιος είχε την τύχη να γνωρίσει αυτούς τους ανθρώπους της ξενιτιάς, θα έχει καταλάβει πως το παράπονό τους δεν είναι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία βήματος. Είναι η ανυπαρξία ουσιαστικού, θεσμικού ρόλου. Ρόλος που δεν προσδίδεται, ούτε απονέμεται. Είναι ρόλος που πρέπει η μητέρα – πατρίδα να σε κάνει να νιώσεις πως έχεις. Και μόνο αν κάνουμε αυτούς τους ανθρώπους να νιώσουν πρεσβευτές του απανταχού ελληνισμού, θα έχουμε επιτύχει το σκοπό μας σαν πολιτεία. Ακόμα και με τη μετριοπαθή, κυνική, αριθμητική προσέγγιση, αν στα 5,5 εκατομμύρια προσθέσει κανείς κι εκείνους που έλκουν έστω μία μακρινή καταγωγή από την χώρα μας, τότε μία ακόμα Ελλάδα, παντού στον κόσμο και γεμάτη ενθουσιώδεις πρεσβευτές, είναι δυνατόν να δημιουργηθεί. Άνθρωποι, που δεν σταμάτησαν ποτέ να αναζοπυρώνουν την άσβεστη φλόγα της ελληνικότητάς τους. Με κάθε τρόπο στήριξαν και στηρίζουν την όποια εθνική προσπάθεια.

Πέρα, όμως, από τον γενικόλογο και δύσκολα επιτεύξιμο ουσιαστικό στόχο, ακόμα και τα μικρά, καθημερινά ζητήματα έχουν τη σημασία τους. Πώς, δηλαδή, αυτήν την υπαρκτή, αλλά πολλές φορές θεωρητική στήριξη, μπορούμε να τη μετουσιώσουμε σε πράξεις. Πράξεις ικανές να βοηθήσουν και να στηρίξουν εμπράκτως το χειμαζόμενο έθνος. Ακόμα και οι παλινωδίες με το θέμα της ψήφου των Ελλήνων της διασποράς, είναι «πράξεις», ή μάλλον παραλείψεις, που, δυστυχώς συμβολίζουν την έλλειψη πίστης και γενικώς οράματος για τους ανθρώπους αυτούς. Είναι λες και τους έχουμε ξεχάσει. Λες και τους ταυτίσαμε, στα πλαίσια του λαϊκίστικου ισοπεδωτισμού μας, με τους «κακούς ξένους». Που ενώ θα έπρεπε να τείνουν χείρα βοηθείας, εκείνοι μένουν εκτός του πεδίου της μάχης.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, «εφευρέθηκε» από πολιτευόμενους της εποχής, η Μεγάλη Ιδέα. Ένα σύνθημα αλυτρωτισμού που για κάποιους, κατέστρεψε τη χώρα, αφήνοντάς τη στα αποκαΐδια της μικρασιατικής καταστροφής. Αλυτρωτισμοί στην εποχή μας δεν χωρούν. Κατοικούμε, όμως, σε ένα παγκόσμιο χωριό, όπου κάθε κάτοικός του, που προέρχεται από μία γειτονιά του, αλλά η μοίρα τον έφερε να ζει αλλού, είναι κρίσιμος και χρήσιμος για την διατήρηση της ταυτότητας της γειτονιάς που άφησε πίσω. Οφείλουμε, λοιπόν, να προσδώσουμε στους Έλληνες αυτούς τον ρόλο που τους αξίζει. Τον ρόλο του παγκόσμιου πρεσβευτή. Και να κοιτάξουμε, επιτέλους, την Ελλάδα με τα μάτια αυτών των ανθρώπων. Γιατί μόνο μέσα από τα δικά τους μάτια, υπάρχει μία ελπίδα να δούμε τη Μεγάλη Ελλάδα.