Οι προκλήσεις και οι ευκαιρίες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Category: Χωρίς κατηγορία

Το τέταρτο forum των Δελφών, που τελείωσε πριν λίγες ημέρες, ανέδειξε το ζητούμενο της εποχής μας: Ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς. Είχα την τύχη, μεταξύ εξαιρετικών εισηγητών, να καταθέσω τις σκέψεις μου για τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη, ψηφιακή και παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Έχουν άραγε μέλλον;

Αρχικώς, θα πρέπει να ξεκινήσουμε με μία διαπίστωση: Περισσότερες από το 99% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα ανήκουν στην κατηγορία των μικρομεσαίων. Έχουν, δηλαδή, λιγότερους από 250 εργαζόμενους, λιγότερα από 50 εκατομμύρια ευρώ κύκλο εργασιών και ετήσιο ισολογισμό που δεν ξεπερνά τα 43 εκατομμύρια ευρώ («Σύσταση» Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2003/361/ΕΚ).

Αυτά, λοιπόν, που συνηθίζουμε να λέμε περί «ραχοκοκαλιάς» της ελληνικής οικονομίας, είναι κάτι παραπάνω από αληθή. Αυτή τη ραχοκοκαλιά είναι που πρέπει να στηρίξουμε με κάθε τρόπο. Και για έναν παραπάνω λόγο: 9 στους 10 εργαζόμενους δουλεύουν σε τέτοιες επιχειρήσεις. Συνεπώς, στήριξη στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις σημαίνει στήριξη στην οικονομία αλλά και στην απασχόληση.

Με τι ήρθαν αντιμέτωπες, τα τελευταία χρόνια, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στη χώρα μας;  Αύξηση των ανώτατων συντελεστών εισφορών αλληλεγγύης από το 2,8% στο 10%, αύξηση της ανώτερης φορολογικής κλίμακας από το 42% στο 45%, αύξηση της προκαταβολής φόρου από το 55% στο 100%, αύξηση της κλίμακας στα επιχειρηματικά κέρδη από το 26% στο 29%, φορολόγηση των μερισμάτων από το 10% στο 15%, αύξηση του συμπληρωματικού φόρου ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) για τα νομικά πρόσωπα από το 5 στο 5,5 τοις χιλίοις κι ένας νέος ασφαλιστικός νόμος, με συντελεστές στο εισόδημα.

Τι σήμαιναν όλα αυτά για τις επιχειρήσεις; Σήμαιναν μία βεβαίωση φόρου εισοδήματος που ξεπέρασε τα 3,5 δις ευρώ το 2015, άγγιξε τα 4 δις το 2016 και για το 2017 κόντεψε να φτάσει τα 5 δισεκατομμύρια ευρώ. Η αύξηση, δηλαδή, της άμεσης φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων μέσα σε δύο χρόνια ήταν κοντά στο 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ.

Αντί, λοιπόν, τα τελευταία χρόνια, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα να αγωνιούν για την αναβάθμιση της παραγωγικότητάς τους και την ενσωμάτωση καινοτομικών δράσεων, που είναι και οι βασικοί πυλώνες για την ανάπτυξή τους, η καθημερινή τους αγωνία είναι να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις δυσβάσταχτες φορολογικές επιβαρύνσεις.

Η βασική, συνεπώς πρόκληση είναι να καταφέρουν να συνδυάσουν την επιβίωσή τους με την προσπάθεια να αναπτυχθούν. Με την προσπάθεια να εντάξουν στην επιχειρηματική τους δράση τις ψηφιακές τεχνολογίες αλλά και τις νέες δεξιότητες, με απώτερο στόχο και σκοπό να ενταχθούν σε κάποια παγκόσμια παραγωγική αλυσίδα, που θα βελτιστοποιήσει την εξωστρέφειά τους και άρα θα ενισχύσει τη θέση τους.

Πώς μπορεί να γίνει άραγε αυτό; Μια κυβέρνηση – μη αλλεργική στην επιχειρηματικότητα, μπορεί να προσφέρει; Βέβαια και μπορεί. Το πρώτο βήμα είναι η ελάφρυνση των εισφορολογικών συντελεστών. Είναι αδύνατον να μιλήσουμε για ανάπτυξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας όταν πάνω από το 70% αυτού του εισοδήματος ουσιαστικά δημεύεται.

Σε ένα δεύτερο – νομοθετικό επίπεδο, θα πρέπει να διασφαλίσουμε τη σταθερότητα του φορολογικού περιβάλλοντος. Είναι αδιανόητο στη χώρα μας να έχουν ψηφιστεί στη μεταπολίτευση 250 φορολογικά νομοσχέδια και να έχουν εκδοθεί περίπου 200.000 εφαρμοστικές εγκύκλιοι, όταν οι Η.Π.Α. έχουν να επιδείξουν 10 από την ίδρυσή τους. Θα πρέπει, επίσης, να διασφαλίσουμε και την απλότητα του νομοθετικού καθεστώτος. Πρόσφατα το εταιρικό δίκαιο υπέστη εκτεταμένες τροποποιήσεις, σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί η ευελιξία των εταιρικών μορφών, διατήρησε, όμως, αγκυλώσεις, που δύσκολα θα ξεπεράσει η πράξη. Ένα σύγχρονο εταιρικό δίκαιο απαιτεί αρχικά κωδικοποίηση – το ελληνικό φαινόμενο των επικαλυπτόμενων διατάξεων πρέπει επιτέλους να εκλείψει! Απαιτείται, όμως και ενίσχυση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης: Στην ψηφιακή εποχή, κάθε επιχειρηματική γραφειοκρατία πρέπει να γίνεται διαδικτυακά. Και φυσικά, θα πρέπει το σύγχρονο εταιρικό δίκαιο να ακολουθήσει τη σύγχρονη τάση της σύνδεσης με φορολογικά κίνητρα, όπως είναι η κατάργηση του τέλους χαρτοσήμου στις περιπτώσεις αναδοχής χρέους, όταν αυτή προέρχεται από μετασχηματισμό εταιρικών μορφών.

Το τρίτο επίπεδο είναι το δικαστικό: Η ταχεία εκκαθάριση των υποθέσεων που έχουν να κάνουν με επενδύσεις, επιχειρηματικότητα και ανάπτυξη είναι ιδιαιτέρως σημαντική, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι αποτελεί τον βασικό ανασταλτικό παράγοντα για μία ξένη επένδυση στη χώρα μας.

Τα πράγματα είναι απλά. Το μόνο που απαιτείται είναι η πολιτική βούληση, αλλά και η οραματική πολιτική. Εκείνη που αναγνωρίζει ότι η λύση δεν είναι τα επιδόματα, αλλά οι δουλειές. Εκείνη που βελτιώνει την κρατική αρωγή, όχι μόνο για να ελέγχει την επιχειρηματικότητα, αλλά και για να την ενισχύει. Χορτάσαμε από εκείνο το κράτος που βολεύει τα δικά του παιδιά. Ήρθε η ώρα επιτέλους για ένα κράτος – σύμμαχο.

Πηγή: Καθημερινή της Κυριακής