Τα απομεινάρια μιας… ασφάλειας

Category: Αρθρογραφία, Νέα

Πριν από μερικά βράδια, στο Εθνικό και Αρχαιολογικό Μουσείο, στα πλαίσια του 8ου Φεστιβάλ Θερινού Κινηματογράφου, προβαλλόταν το αριστούργημα του Τζέιμς Άιβορι, «Τα απομεινάρια μιας μέρας». Το μέρος, σε συνδυασμό με τον τίτλο και την κατάληξη, φάνηκαν προφητικά: Επεισόδια στην Τοσίτσα και διακοπή της προβολής. Οι περίπου 900 θεατές μάζεψαν τα απομεινάρια του πολιτισμού μας και άρον – άρον οδηγήθηκαν – ευελπιστώ – σε κάποιο ασφαλές μέρος. Τουλάχιστον μέχρι στιγμής δεν υπήρξαν αναφορές για «παράπλευρους» τραυματισμούς.

Το περιστατικό αυτό είναι μία σταγόνα στον ωκεανό της αθηναϊκής μας ανασφάλειας. Οι τραγικές ειδήσεις των τελευταίων ετών μάς βάζουν συνεχώς σε σκέψεις: Μπορούμε άραγε να ζούμε με ασφάλεια στην πόλη μας; Κινδυνεύει η ζωή μας; Και ίσως το κυρίαρχο: Πώς μπορούμε να καταπολεμήσουμε αυτό το διάχυτο αίσθημα ανασφάλειας που μας κατακλύζει;

Η ασφάλεια είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δημοκρατία. Μόνο ο πολίτης που νιώθει ασφαλής στο
περιβάλλον που εγκαταβιώνει μπορεί να ασκεί τα δημοκρατικά του καθήκοντα και να απολαμβάνει τα αντίστοιχα δικαιώματα με τρόπο ελεύθερο, ανεμπόδιστο, ανυπότακτο.

Είναι πολλές οι φορές που για πολλές ασχημονίες της καθημερινότητάς μας, για πολλά κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα που επισυμβαίνουν γύρω μας, αλλά και για την αδυναμία να «συμμαζευτεί» η κατάσταση, να κατηγορούμε την Αστυνομία. Είναι, άραγε η υπαίτια των δεινών μας;

Τα τελευταία χρόνια είναι εμφανές στους δρόμους της πόλης πως έχουν μειωθεί, αν όχι καταργηθεί, οι περιπολίες των αστυνομικών. Φταίνε, άραγε, οι ίδιοι γι’ αυτό; Είναι προφανές πως η λειψανδρία στις τάξεις της Αστυνομίας και η επιφόρτισή της με γραφειοκρατικού τύπου υποχρεώσεις, έχει οδηγήσει σε απόσυρση των οργάνων από τους δρόμους. Μάλιστα, η αύξηση των εν δυνάμει στόχων έχει αναγκάσει πολλούς αστυνομικούς να φρουρούν τοποθεσίες. Σημαντική είναι και η πολλαπλή απασχόληση ανθρώπινου δυναμικού σε ανθρώπους που ναι μεν κάποτε ήταν πιθανό να στοχοποιηθούν, αλλά πλέον η ασφάλειά μας δεν αντέχει τον περαιτέρω παροπλισμό αστυνομικών δυνάμεων.

Δεύτερο ζήτημα είναι η υλικοτεχνική υποδομή με την οποία καλείται να ανταπεξέλθει η Αστυνομία στο δύσκολο έργο της. Τη στιγμή που το έγκλημα καθίσταται πιο οργανωμένο, πιο βίαιο, πιο αδίστακτο, η Ελληνική Αστυνομία πρέπει να το αντιμετωπίσει με απαρχαιωμένα μέσα και με αδυναμία συντήρησής τους. Είναι αλήθεια πως ορισμένες υπηρεσίες της διαθέτουν ικανό και άρτιο τεχνολογικό εξοπλισμό. Δεν αργεί, όμως, η στιγμή, που ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις θα ξεπεραστούν από τις συνθήκες και, φυσικά… ένα κούκος δεν φέρνει την άνοιξη.

Το τρίτο, όμως και βασικότερο ζήτημα είναι η φιλοσοφία των πολιτικών προϊσταμένων της Αστυνομίας. Στην χώρα μας, την περίοδο αυτή, η φιλοσοφία αυτή χωροθετείται από την αέναη εφαρμογή του Νόμου Παρασκευόπουλου, πλαισιώνεται από την συνεχή περιστολή των δαπανών για την ασφάλεια και έχει ως κεντρικό σύνθημα: «Αποτρέπουμε τους μπαχαλάκηδες, αποτρέπουμε τους Ρουβίκωνες, αλλά δεν επεμβαίνουμε, δεν συλλαμβάνουμε, δεν ακουμπάμε». Ουδείς μπορεί να πιστέψει ότι η Αστυνομία δεν έχει τον τρόπο να ξεκαθαρίσει σε 24 ώρες την κατάσταση στα Εξάρχεια, ή να συλλάβει όλα τα μέλη του Ρουβίκωνα. Ένα πράγμα λείπει: Η πολιτική εντολή. Ή, μάλλον, η εξάλειψη της περί του αντιθέτου εντολής.

Η Αστυνομία πρέπει να απαλλαγεί από τα μη αστυνομικά καθήκοντα, να στελεχωθεί, να αποσυρθεί από τη φύλαξη στόχων άνευ ουσιαστικής επικινδυνότητας, να ενισχυθεί σε υλικοτεχνικό επίπεδο και, κυρίως, να αφεθεί να κάνει τη δουλειά της.

Στα «απομεινάρια μιας μέρας», ο Άντονι Χόπκινς αναλογίζεται τη ζωή του που ανάλωσε στο καθήκον. Κι αυτό ταιριάζει με το θέμα μας: Όσο κι αν οι αστυνομικοί αναλώνουν τη ζωή τους στο καθήκον, κάποιοι άλλοι φροντίζουν στην Τοσίτσα και στην κάθε Τοσίτσα να μένουν μόνο τα απομεινάρια της ασφάλειάς μας.

Πηγή: bloko.gr