Τι αλλάζει για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο

Category: Αρθρογραφία, Νέα

Από την εφημερίδα «Ναυτεμπορική» το εξαιρετικό άρθρο της Ειρήνης Σακελλάρη αλλά και τις δικές μου δηλώσεις για το θέμα των δανείων σε ελβετικό φράγκο:

Τι αλλάζει για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο.

Εισαγγελέας Ευρωδικαστηρίου: Τα εκάστοτε εθνικά δικαστήρια μπορούν να ελέγξουν την καταχρηστικότητα του όρου

Τετάρτη, 09 Μαΐου 2018. Από την έντυπη έκδοση. Της Ειρήνης Σακελλάρη.

Καθώς οι τράπεζες προχωρούν ολοταχώς σε ρυθμίσεις δανείων, ένα ξεχωριστό κεφάλαιο συνεχίζουν να αποτελούν τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, τα οποία αφορούν 70.000 δανειολήπτες στη χώρα μας.

Ωστόσο, εφόσον συνυπολογιστούν σε αυτούς οι εγγυητές και οι συνοφειλέτες, ο αριθμός ανεβαίνει εντυπωσιακά στους 200.000.

Το θέμα ασφαλώς δεν απασχολεί μόνον τη χώρα μας, αφού αρκετές υποθέσεις έχουν δημιουργήσει μία ευρωπαϊκή δικαστική πραγματικότητα. Σε Ελλάδα και Ευρώπη το πνεύμα των δικαστικών αποφάσεων εμπεριέχει την ανάγκη οι δανειολήπτες να είναι ενημερωμένοι για τους κινδύνους που ανακύπτουν στα δάνεια σε συνάλλαγμα.

Άλλη μία πρόταση εισαγγελέα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δόθηκε στη δημοσιότητα σε σχέση με προδικαστικό ερώτημα που είχε διατυπώσει δικαστήριο της Ουγγαρίας.

Η πρόταση αυτή λοιπόν λέει πως ακόμη και εάν υπάρχει ρήτρα μέσα σε σύμβαση που έχει υπογράψει ο καταναλωτής για δάνειο σε ξένο νόμισμα -η οποία στηρίζεται στο θεσμικό πλαίσιο του κράτους-μέλους και μέσω αυτής ανατίθεται στον καταναλωτή ο συναλλαγματικός κίνδυνος-,  η ρήτρα αυτή δεν απηχεί διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.

Στις περιπτώσεις που η ρήτρα δεν είναι διατυπωμένη στη σύμβαση κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εξετάσει κατά πόσον η ρήτρα αυτή είναι καταχρηστική και μη δεσμευτική για τον καταναλωτή. Αυτή ήταν η πρόταση του γενικού εισαγγελέα Tanchev περί του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικών ρητρών λόγω έλλειψης σαφήνειας.

  • Η ελληνική πραγματικότητα

Σε ό,τι αφορά την ελληνική πραγματικότητα, οι αποφάσεις κινούνται κατά τρόπο μικτό.

Επιχειρώντας μια στατιστική της ελληνικής πραγματικότητας, η δικηγόρος Σοφία Νικολάου σημειώνει:  «Σε γενικές γραμμές, από το 2014 μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί περίπου 500 πρωτόδικες αποφάσεις, οι οποίες σε ποσοστό 90% δεν δικαιώνουν τους δανειολήπτες. Επίσης έχουν εκδοθεί περίπου 15-20 δευτεροβάθμιες αποφάσεις που στην πλειονότητά τους δεν δέχονται ότι παραπλανήθηκαν οι δανειολήπτες».

Πρώτη δικαστική απόφαση επί συλλογικής αγωγής ήταν n απόφαση κατά της Eurobank, υπ’ αριθμόν 334/2016, του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή δικαίωσε σε πρώτο βαθμό τους δανειολήπτες. Το βασικό νομικό επιχείρημα της τράπεζας, αλλά και κάθε τράπεζας που αντιμετώπισε ανάλογη αγωγή, ήταν η ύπαρξη ορθής προσυμβατικής ενημέρωσης (με ύπαρξη παραδειγμάτων και έκθεση μελλοντικών δυνητικών επιπτώσεων για τον καταναλωτή).

Η εν λόγω απόφαση διέταξε την επαναφορά της αρχικής ισοτιμίας, με αναδρομική ισχύ. Η τράπεζα πάντως άσκησε έφεση, στην οποία δικαιώθηκε, διά της υπ’ αριθμόν 911/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή ανετράπη πλήρως το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης.

Ο βασικός ισχυρισμός που τελικά επικράτησε στο σκεπτικό του δικαστηρίου ήταν η ύπαρξη ορθής ενημέρωσης εκ μέρους της τράπεζας. Τον τελικό λόγο θα έχει ο Άρειος Πάγος.

Προ ολίγων μηνών εξεδόθησαν και οι δικαστικές αποφάσεις που αφορούσαν τις συλλογικές αγωγές κατά των υπολοίπων τραπεζών. Δικαιώθηκαν και πάλι (σε πρώτο βαθμό) οι δανειολήπτες, εκτός από την περίπτωση της συλλογικής αγωγής κατά της Τράπεζας Πειραιώς.

Σε κάθε περίπτωση, πέραν των συλλογικών αγωγών, στις οποίες αυτή τη στιγμή υφίσταται ο «μπούσουλας» της προαναφερόμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών (υπόθεση Eurobank), θα μπορούσαν να αναφερθούν και μεμονωμένες περιπτώσεις αγωγών, ανθρώπων δηλαδή που είχαν προσφύγει μόνοι τους στη Δικαιοσύνη. Εδώ δεν υπάρχει συγκεκριμένος κανόνας που να ακολουθείται και οι υποθέσεις εξετάζονται κατά περίπτωση.

Με την απόφαση 791/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, που εξεδόθη στις 29/12/2017, δικαιώθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένα ζευγάρι λογιστών και υποχρεώθηκε η τράπεζα από την οποία είχαν λάβει συγκεκριμένα δάνεια σε ελβετικό φράγκο να δεχτεί την εξόφληση των δανειακών τους υποχρεώσεων με την παλαιά ισοτιμία ευρώ-ελβετικού φράγκου, που ίσχυε κατά την ημερομηνία εκταμίευσης των δανείων τους. Ο όρος της σύμβασης που προέβλεπε την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων στο πλαίσιο της τρέχουσας ισοτιμίας κρίθηκε τελεσίδικα άκυρος και καταχρηστικός λόγω της αδιαφάνειάς του.

Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου Πειραιά, οι «όροι των δανειακών συμβάσεων που υπέγραψαν οι εφεσίβλητοι δεν περιείχαν καμία κρούση για τη βαρύτητα του συναλλαγματικού κινδύνου, ενώ δεν αποκαλύπτονταν ο ακριβής τρόπος λειτουργίας του μηχανισμού συναλλαγματικής ισοτιμίας, οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος, καθώς και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, ώστε οι εφεσίβλητοι να μπορούν να προβλέπουν βάσει ευδιάκριτων κριτηρίων τη βαρύτητα του συναλλαγματικού κινδύνου».

Δικαίωση σε ανώτατο επίπεδο

▼ Σε τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες, για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία (Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία, Σλοβενία) έχουν δικαιωθεί σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο οι δανειολήπτες. Το κυριότερο επιχείρημα των θετικών αποφάσεων ήταν ότι οι τράπεζες είχαν επίγνωση των υψηλών κινδύνων και της πιθανότητας υποτίμησης του ελβετικού φράγκου, αλλά δεν ενημέρωναν με σαφήνεια τους καταναλωτές για τους κινδύνους αυτούς, ενώ την ίδια στιγμή καρπώνονταν τα όποια οφέλη προέκυπταν.

Στην περίπτωση της Ουγγαρίας, στις 03-05-2018 δόθηκε στη δημοσιότητα η πρόταση προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σχετικά με προδικαστικό ερώτημα που είχε θέσει δικαστήριο της χώρας. Το ερώτημα που τέθηκε προς το ευρωπαϊκό δικαιοδοτικό όργανο αφορούσε το εξής ζήτημα: Ο Ούγγρος νομοθέτης είχε εισαγάγει στην έννομη τάξη της χώρας του νομοθετική ρύθμιση που χαρακτήριζε την ανάληψη του συναλλαγματικού κινδύνου από τον δανειολήπτη ως μη καταχρηστικό όρο. Το ουγγρικό δικαστήριο, λοιπόν, ρωτά το Ευρωπαϊκό εάν ο όρος αυτός περιλαμβάνεται στο αναγκαστικό μέρος της σχετικής Οδηγίας για το ελβετικό φράγκο ή όχι. «Με την εν λόγω πρόταση καθίσταται σαφές ότι ακόμα κι αν έχουν γίνει νόμος ενός κράτους τα παραπάνω, τα εκάστοτε εθνικά δικαστήρια μπορούν να ελέγξουν την καταχρηστικότητα του όρου, καθώς αυτό δεν αποτελούσε μέρος του αναγκαστικού δικαίου της επίμαχης Οδηγίας» θα πει στη «Ν» η κυρία Νικολάου. Για την ιστορία, η επίμαχη Οδηγία στην οποία βασίστηκε και η απόφαση του δικού μας Εφετείου, εξεδόθη αφότου είχε ανακύψει το ζήτημα της ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου και δικαίωνε τις τράπεζες. Σε κάθε περίπτωση, χρήζει αναφοράς και η πρόσφατη απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση c-186/16 (Ruxandra Paula Andriciuc κ.λπ. κατά Banca Romaneasca SA) για τα δάνεια σε συνάλλαγμα και τις ασφαλιστικές δικλίδες που πρέπει να διασφαλίζει το πιστωτικό ίδρυμα, στο πλαίσιο της προσυμβατικής ενημέρωσης του δανειολήπτη, για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην εξέλιξη του δανείου από μία ραγδαία μεταβολή στη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων.