Μένιος Τσίπρας και Αλέξης Φουρθιώτης

Category: Αρθρογραφία
Άρθρο μου στο in.gr

Μπορεί, άραγε, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να χρησιμοποιεί από βήματος Βουλής, γραπτές συνομιλίες τρίτων, με τέτοιο ανερυθρίαστο τρόπο;
Σε αντιδιαστολή με εκείνη τη δημοσιογραφία, όπου ορισμένοι αυτοαποκαλούμενοι «δημοσιογράφοι» έχουν αναγάγει τον ηδονοβλεπτικό παροξυσμό τους στον νυν υπέρ πάντων τον αγώνα, το μόνο που δεν επιθυμεί η κοινωνία μας, είναι η υιοθέτηση των πρακτικών της από τους εκπροσώπους της μείζονος κι ελάσσονος αντιπολίτευσης και η επί της ουσίας «αθώωση» εγκλημάτων κι εγκληματιών, στο βωμό του υποτιθέμενου δημοσίου ενδιαφέροντος.

Μπορεί, άραγε, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να χρησιμοποιεί από βήματος Βουλής, γραπτές συνομιλίες τρίτων, με τέτοιο ανερυθρίαστο τρόπο; Επαιρόμενος, μάλιστα και δίχως να συνειδητοποιεί ότι εκείνη τη στιγμή ενδέχεται να ακροβατεί στα όρια μίας ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς; Μήπως θα έπρεπε, άραγε, εκείνος ο «δημοσιογράφος», που προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες, να μην απολογείται στο φιλοθεάμον κοινό για το ποιοι τον γνωρίζουν και ποιοι όχι, αλλά στον εισαγγελέα;

Το άρθρο 19 του Συντάγματος είναι σαφές: «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο». Στο ίδιο μήκος κύματος και το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Ο Κανονισμός 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τα προσωπικά δεδομένα εξειδίκευσε τα καθέκαστα και ο Νόμος 4624/2019 εισήγαγε αυτόν στην ελληνική έννομη τάξη, προβλέποντας και ποινικές κυρώσεις για τους παραβάτες. Άρθρο 38, παράγραφος 2: «Όποιος χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα […] ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση […]». Σε αυτά τα «προσωπικά δεδομένα» και σε αυτό το «απόρρητο των επιστολών», εντάσσονται φυσικά και τα μηνύματα, στα οποία, με τόσο ανάλαφρο τρόπο, ο κ. Τσίπρας αφιέρωσε το ήμισυ της τοποθέτησής του, στην πρόσφατη πρόταση μομφής της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Θα μου πείτε και, ίσως, λογικώς: Δεν θα έπρεπε η κοινή γνώμη να γνωρίζει το περιεχόμενο των μηνυμάτων μεταξύ ενός δημοσιογράφου κι ενός Υπουργού Επικρατείας; Κατ’ αρχήν, ναι, θα απαντήσω. Όχι μονάχα εγώ, αλλά η πλειονότητα των αποφάσεων των Δικαστηρίων μας. Και απαντούν όλοι ναι, διότι, ο κανόνας είναι ότι τα μηνύματα αυτά, θα αφορούν προφανώς σε θέματα είτε της επικαιρότητας, είτε δημοσίου ενδιαφέροντος. Τότε και μόνον τότε θα ήταν λογικό να κάμπτεται το δικαίωμα στην προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών του Υπουργού, έναντι της υποχρέωσης ενημέρωσης του κοινού και διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.

Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση που τα μηνύματα που δημοσιοποιούνται είναι τέτοιου περιεχομένου, όπως αυτά που χωρίς φυσικά να ζητήσει μία νομική άποψη, κράδαινε ο αρχηγός της μείζονος αντιπολίτευσης στη Βουλή;

Είναι δυνατόν το δικαίωμα στην ενημέρωση του κοινού για μηνύματα χωρίς κανένα ουσιαστικό αντικείμενο, χωρίς να βγάζουν ούτε ψήγμα είδησης, να είναι υπέρτερο από το δικαίωμα έκφρασης ενός ανθρώπου, ακόμα κι αν αυτός είναι Υπουργός, ακόμα κι αν συνομιλεί με δημοσιογράφο;

Εκτός εάν εκείνο που φαντασιώνεται ο κύριος Τσίπρας είναι μία κοινωνία ηχογραφήσεων, όπου ο κάθε ένας θα μπορεί να ηχογραφεί τον οποιονδήποτε, όπως ο κύριος Πολάκης και μετά να δημοσιοποιεί τη συνομιλία στα φίλα προσκείμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τουλάχιστον, στην περίπτωση εκείνη, ο βουλευτής Χανίων και πρώην Υπουργός, αφού προφανώς συμβουλεύτηκε νομικό παραστάτη, «πήρε πίσω» τα περί ηχογράφησης, ενημερώνοντάς μας για το εκπληκτικό μνημονικό του, το οποίο τον βοήθησε να ενθυμείται κάθε λεπτομέρεια της συνομιλίας του!

Το ερώτημα που τίθεται εν κατακλείδι είναι εάν τελικά όλα σε αυτόν τον τόπο είναι θέμα «πολιτικής». Εάν, δηλαδή, ο καθένας, έχει το δικαίωμα να παρακάμπτει και να παραβιάζει νόμους και κανόνες, προκειμένου να γεμίσει τσιτάτα την εκάστοτε τοποθέτησή του. Και μετά, να θεωρεί δεδομένο ότι καλώς έπραξε. Έχουμε κουραστεί να μιλάμε για την αναγκαιότητα παρέμβασης εισαγγελέα σε κάποιες περιπτώσεις. Και μπορεί εδώ να μην το αντιλαμβάνεται ο δημοσιογράφος που νομίζει ότι κάνει πολιτική παρέμβαση. Θα έπρεπε, όμως, να το αντιλαμβάνεται ένας πρώην πρωθυπουργός. Διαφορετικά, εξομοιώνονται.